Panagiotis Mountouris

Η ψυχική πτώση ως πράξη ανασυγκρότησης Έλενα Μαρούτσου – Ντόμινο: Η τέχνη των αλυσιδωτών πτώσεων

Υπάρχουν βιβλία που χτίζουν τον κόσμο τους σαν μια παρτίδα σκάκι: κάθε λεπτομέρεια, κάθε χειρονομία, κάθε απρόσεχτη κίνηση είναι το πιόνι που, αν το αγγίξεις, θα συμπαρασύρει μια ακολουθία γεγονότων. Στο Ντόμινο (εκδ. Κίχλη), η Έλενα Μαρούτσου αξιοποιεί αυτήν ακριβώς την αρχή ως αφηγηματικό μηχανισμό. Τα επτά διηγήματα που συνθέτουν τη συλλογή δεν αποτελούν αυθύπαρκτες ιστορίες· λειτουργούν ως συγκοινωνούντα δοχεία, όπου η κατάρρευση του ενός συνεπάγεται και την κατάρρευση του άλλου. Οι ήρωες κινούνται σε μια λεπτή μεθόριο: εκεί όπου το καθημερινό συμβάν μπορεί να αποδειχθεί καθοριστικό, και η προσωπική πτώση να λάβει τη μορφή ενός σχεδόν τελετουργικού μετασχηματισμού.

Ήδη από την εισαγωγή του βιβλίου, με την αναφορά στην Έμιλυ Ντίκινσον —«Δεν είναι η Πτώση πράξη μιας στιγμής»— η συγγραφέας προετοιμάζει τον αναγνώστη: το Ντόμινο δεν είναι απλώς μια συλλογή επτά διηγημάτων, αλλά μια σπουδή πάνω στην πτώση, στην ψυχική κατάρρευση και στις ανεξάντλητες μεταμορφώσεις της.

Στο εναρκτήριο διήγημα συναντάμε τον Μίλτο, έναν άνδρα βυθισμένο στη μέθη της ήττας. Έπειτα από μια σκληρή διαμάχη για την επιμέλεια του παιδιού του, αναζητά καταφύγιο στο καζίνο της Πάρνηθας. Η πτώση του δεν είναι στιγμιαία· είναι αργή, διαβρωτική, με το κενό να ανοίγει γύρω του σαν να τον απορροφά. Κι όμως, ακόμη και μέσα σε αυτή τη δίνη, η τυχαία συνάντηση με έναν αδέσποτο σκύλο γίνεται το πρώτο «ντόμινο» που θα γκρεμίσει —ή ίσως θα ανασυνθέσει— τη ζωή του. Η Μαρούτσου, με ακρίβεια και τρυφερότητα, δείχνει πώς η ζωή εισβάλλει ακόμη και όταν όλα μοιάζουν χαμένα.

Η σκηνοθέτρια και σεναριογράφος Κριστιάνε αναλαμβάνει τον σκύλο του Μίλτου. Η ιστορία της αναδεικνύει πώς η τέχνη μπορεί να μετουσιώσει το ψυχικό τραύμα: να λειτουργήσει ως τόπος ίασης, αλλά και να καταστήσει τον δημιουργό πιο εκτεθειμένο. Μέσα από το βλέμμα της, η πτώση αποκτά αισθητικό χαρακτήρα, μεταμορφώνεται σε καλλιτεχνική επεξεργασία που μετατρέπει το τραύμα σε αφήγηση.

Η Βασιλική, κοινωνική λειτουργός, αποτελεί μια φιγούρα στο σταυροδρόμι ανάμεσα στην επαγγελματική φροντίδα και το προσωπικό τραύμα. Η ιστορία της αποκαλύπτει την αμφισημία της έννοιας της «φροντίδας»: πότε συνιστά πράξη προσφοράς και πότε λειτουργεί ως άμυνα απέναντι στις ίδιες μας τις πληγές. Η πτώση εδώ είναι σιωπηλή, σχεδόν ανεπαίσθητη, κι ακριβώς γι’ αυτό πιο οδυνηρή.

Στο πιο αλληγορικό διήγημα της συλλογής, πρωταγωνιστεί ένα πολυτελές, εγκαταλελειμμένο στρώμα στη Μυτιλήνη. Ως άψυχο αντικείμενο που «θυμάται» όσα έζησε, γίνεται μάρτυρας πολλών πτώσεων σωμάτων και επιθυμιών. Η επιλογή της Μαρούτσου να δώσει φωνή σε ένα αντικείμενο δεν αποτελεί απλώς αφηγηματικό εύρημα· συνιστά σχόλιο πάνω στη μνήμη: ό,τι μας στηρίζει μπορεί να μετατραπεί και σε φορέα του βάρους μας.

Η σχέση του Άλκη με τη δίδυμη αδελφή του ανοίγει τον δρόμο για μια αφήγηση γεμάτη ενοχές και αναστοχασμούς. Ο Άλκης φέρει μια εύθραυστη ταυτότητα, αιωρούμενος ανάμεσα στη δική του υποκειμενικότητα και σε εκείνη της χαμένης του αδελφής.

Ο Τζουλιάνο, ένας έφηβος που γεύεται για πρώτη φορά τα σκιρτήματα του έρωτα και τις ανασφάλειες της ενηλικίωσης, γίνεται ο ήρωας ενός ακόμη διηγήματος. Το βλέμμα της Μαρούτσου σκύβει με τρυφερότητα πάνω στην αδεξιότητα της εφηβείας. Ο Τζουλιάνο πέφτει όχι επειδή χάνει, αλλά επειδή μαθαίνει· η πτώση του είναι μύηση, είσοδος στον κόσμο των ενηλίκων.

Η τελευταία ιστορία κλείνει τον κύκλο με τη Φοίβη, μια φιγούρα που μοιάζει να συμπυκνώνει όλες τις πτώσεις. Στο πρόσωπό της συνοψίζεται το ασυνείδητο νόημα της συλλογής: κάθε πτώση αποτελεί και μια νέα αφετηρία.

Η Μαρούτσου έχει ήδη εκπαιδεύσει το αναγνωστικό της κοινό να αποφεύγει την ευθύγραμμη και στατική ανάγνωση. Σαν να θέλει να υπενθυμίσει ότι οι ιστορίες κινούνται κυκλικά: δεν τελειώνουν, αλλά επιστρέφουν μεταμορφωμένες. Οι εικόνες της έχουν το βάθος μιας ζωγραφικής που δουλεύει με διαφάνειες· βλέπεις την κίνηση στην επιφάνεια, μα διακρίνεις και τα στρώματα που υποβόσκουν.

Η γλώσσα της ισορροπεί ανάμεσα στον συμβολικό λόγο και την απλότητα, ενώ η ματιά της στους χαρακτήρες είναι ταυτόχρονα τρυφερή και αμείλικτη. Εκεί όπου θα περίμενε κανείς μελοδραματισμό, συναντά έναν υπόγειο παλμό ειρωνείας ή ένα φευγαλέο χαμόγελο, στοιχεία που καθιστούν την πτώση όχι λιγότερο οδυνηρή, αλλά περισσότερο αληθινή.

Το Ντόμινο δεν είναι απλώς μια συλλογή που διαβάζεται· είναι μια εμπειρία που κατοικεί μέσα στον αναγνώστη. Οι ιστορίες της Μαρούτσου, άλλοτε τρυφερές κι άλλοτε σκληρές, χαρτογραφούν την τοπογραφία της ανθρώπινης αδυναμίας. Και καθώς οι ήρωες πέφτουν, αντιλαμβανόμαστε ότι η λογοτεχνία δεν υπάρχει για να αποτρέψει την πτώση· υπάρχει για να μας προετοιμάσει για τη στιγμή που αυτή θα συμβεί. «Η τραγωδία του ανθρώπου που δεν είναι προετοιμασμένος για την τραγωδία — αυτή είναι η τραγωδία όλων μας», είχε γράψει ο Φίλιπ Ροθ, αναφερόμενος στον Swede Levov: έναν άνθρωπο με ήρεμη και κλειστή ζωή, ανέτοιμο για τις ανατροπές που θα τον σημαδέψουν αμετάκλητα.

Ίσως αυτό να αποτελεί και το σπουδαιότερο επίτευγμα της Μαρούτσου: ότι, χωρίς διδακτισμό και χωρίς θόρυβο, αναδεικνύει την ψυχική πτώση σε στιγμή βαθύτερης αυτογνωσίας.

 

Το βιβλίο “Ντόμινο: Η τέχνη των αλυσιδωτών πτώσεων”   κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κίχλη