Η περισυλλογή της μνήμης
Υπάρχουν βιβλία που αφηγούνται μια ιστορία και υπάρχουν βιβλία που επιχειρούν να περισώσουν ό,τι κινδυνεύει να χαθεί πριν ακόμη μετατραπεί η ιστορία σε ανάμνηση. Η Δεσμοφύλακας του Νίκου Δαββέτα ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Δεν πρόκειται απλώς για μια αφήγηση γύρω από τη νόσο Alzheimer ούτε για μια λογοτεχνική επεξεργασία μιας βαθιά προσωπικής εμπειρίας. Ούτε, πάλι, για μία ακόμη αφήγηση της σχέσης μητέρας και γιου, για τη δοκιμασία ενός παιδιού που παρακολουθεί τον γονέα να οδεύει προς το τέλος και καλείται να συμφιλιωθεί με την προαναγγελία της απώλειάς του. Είναι ένα μυθιστόρημα που διερευνά τα όρια της μνήμης τη στιγμή ακριβώς που αυτή καταρρέει, αναζητώντας όχι την αποκατάστασή της, αλλά έναν διαφορετικό τρόπο ύπαρξής της.
Η ειρωνεία που διατρέχει το βιβλίο είναι βαθιά και σχεδόν τραγική. Καθώς η μητέρα του συγγραφέα χάνει προοδευτικά την ικανότητα να αναγνωρίζει πρόσωπα, γεγονότα και τον ίδιο της τον εαυτό, ο γιος αναλαμβάνει το έργο της ανάκλησης. Όχι ως ιστορικός που αποκαθιστά τα γεγονότα ούτε ως βιογράφος που καταγράφει μια ζωή, αλλά ως μυθιστοριογράφος και ποιητής – άλλωστε ο Νίκος Δαββέτας μάς πρωτοσυστήθηκε ως ποιητής – που γνωρίζει ότι η αλήθεια της λογοτεχνίας δεν ταυτίζεται με την ακρίβεια της μνήμης. Εκεί όπου η ασθένεια αφαιρεί, η αφήγηση προσθέτει και εκεί όπου η λήθη διαλύει τις σχέσεις ανάμεσα στα πρόσωπα, η γραφή τις ανασυνθέτει, τις ανασυγκροτεί και τις αναπλαισιώνει στο συνεχές της μνήμης. Ίσως τότε ο τίτλος του βιβλίου Δεσμοφύλακας να μην εξαντλείται στην επαγγελματική ιδιότητα της μητέρας. Γιατί, καθώς εκείνη χάνει σταδιακά την πρόσβαση στο ίδιο της το παρελθόν, η φύλαξη αλλάζει χέρια. Ο γιος περισυλλέγει όσα διαφεύγουν από τη μνήμη της, συγκρατεί τα πρόσωπα και τα περιστατικά που η λήθη αποδεσμεύει από την ιστορία τους και, γράφοντας, τα επιστρέφει σε μια συνέχεια. Σαν να του κληροδοτείται, μαζί με την ιστορία της, και κάτι από την παλιά της ιδιότητα: να φυλάσσει. Όχι πια ανθρώπους πίσω από κλειστές πόρτες, αλλά τα ίχνη μιας ζωής απέναντι στην οριστική τους διαφυγή.
Ίσως αυτή να είναι και η ουσιαστικότερη πράξη αντίστασης που διεκδικεί το βιβλίο. Δεν επιχειρεί να νικήσει τη λήθη — μια τέτοια φιλοδοξία θα ήταν αφελής. Επιχειρεί, αντίθετα, να αποδείξει ότι η μνήμη δεν κατοικεί αποκλειστικά στον εγκέφαλο εκείνου που θυμάται. Η μνήμη κατοικεί σε όλο το σώμα, σε όλα τα όργανα το σώματος. Η μνήμη κατοικεί στη γλώσσα, στις ιστορίες που αφηγούμαστε, στα βλέμματα των άλλων, στη δυνατότητα της λογοτεχνίας να συγκρατεί μορφές ζωής όταν αυτές παύουν να είναι προσβάσιμες στη συνείδηση.
Έτσι, η μητέρα δεν λειτουργεί μόνο ως το πρόσωπο γύρω από το οποίο οργανώνεται η αφήγηση. Γίνεται το πεδίο όπου συγκρούονται δύο αντίρροπες δυνάμεις: η βιολογική φθορά, που εκφυλίζει σταδιακά την προσωπική ιστορία, και η δημιουργική πράξη της γραφής, που επιχειρεί να την περισυλλέξει. Η πραγματική αντιπαράθεση του βιβλίου δεν είναι ανάμεσα στη μνήμη και στη λήθη, αλλά ανάμεσα στη φθορά και στη μορφή. Η νόσος διασκορπίζει τα θραύσματα μιας ζωής ενώ ταυτόχρονα ο συγγραφέας δεν τα επαναφέρει στην αρχική τους θέση, αλλά τα μετασχηματίζει σε λογοτεχνική σύνθεση.
Ακριβώς γι’ αυτό το βιβλίο υπερβαίνει τα όρια της αυτοβιογραφικής εξομολόγησης. Το προσωπικό βίωμα μετασχηματίζεται σε στοχασμό πάνω στην ευθύνη της μνήμης: ποιος θυμάται όταν εκείνος που έζησε αδυνατεί πλέον να θυμηθεί; Και μήπως η λογοτεχνία αποκτά νόημα τη στιγμή όπου η μνήμη αποδεικνύεται ανεπαρκής, αναλαμβάνοντας όχι να την αντικαταστήσει αλλά να αναλάβει το ρόλο του αυτόπτη μάρτυρα;
Το βιβλίο ” Η Δεσμοφύλακας ” του Νίκου Δαββέτα κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ

