Όταν ο συγγραφέας διαβάζει τον εαυτό του
Υπάρχουν βιβλία που, από τη στιγμή της έκδοσής τους, μοιάζουν να παραδίδουν αμέσως το κλειδί της ανάγνωσής τους. Και υπάρχουν άλλα που αντιστέκονται στις πρώτες ερμηνείες τους, όχι επειδή είναι δυσπρόσιτα, αλλά επειδή ζητούν να διαβαστούν με διαφορετικούς όρους. Το Τα γεγονότα του Philip Roth, ανήκει αναμφίβολα στη δεύτερη κατηγορία.
Η πρώτη υποδοχή του υπήρξε αμήχανη, συχνά επικριτική και επιφυλακτική. Πολλοί αναγνώστες και κριτικοί αναρωτήθηκαν γιατί ένας συγγραφέας που είχε ήδη αποδείξει πως μπορούσε να μετατρέπει τη ζωή του σε υψηλή μυθοπλασία αισθανόταν την ανάγκη να γράψει μια αυτοβιογραφία. Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που του καταλόγισαν ακραίο ναρκισσισμό, υπερβολική προσήλωση στις λεπτομέρειες της προσωπικής του ζωής ή ακόμη και μια ιδιότυπη επιφυλακτικότητα απέναντι στην ίδια την εξομολόγηση. Η ειρωνική και καυστική ομολογία του Philip Roth στην εισαγωγή —«κανείς δεν ζήτησε αυτή την αυτοβιογραφία»— χρησιμοποιήθηκε συχνά ως επιχείρημα εναντίον του βιβλίου. Σαν να παραδεχόταν και ο ίδιος ότι επρόκειτο για μια μάλλον περιττή παρέκβαση από το μυθιστορηματικό του έργο.
Κι όμως, ίσως αυτή η φράση να λειτουργεί διαφορετικά. Ίσως να αποτελεί μια προειδοποίηση προς τον αναγνώστη. Ο Roth μοιάζει να γνωρίζει εκ των προτέρων ότι το βιβλίο του θα διαβαστεί ως αυτοβιογραφία, ενώ εκείνος επιχειρεί κάτι πιο σύνθετο. Τα γεγονότα δεν είναι η ιστορία μιας ζωής. Είναι η ιστορία μιας επιστροφής στις απαρχές της ζωής.
Ο Roth επιστρέφει στα γνώριμα τοπία του έργου του: στο Newark της παιδικής ηλικίας, στην οικογένεια που διαμόρφωσε την πρώτη του αίσθηση του ανήκειν, στις αντιφάσεις της αμερικανικής εβραϊκής ταυτότητας, στα χρόνια του Bucknell, στις γυναίκες που σημάδεψαν τη ζωή του, στη λογοτεχνία που σταδιακά έγινε ο κατεξοχήν τρόπος να κατανοεί τον κόσμο. Όλα αυτά τα στοιχεία είναι γνωστά στους αναγνώστες του. Έχουν ήδη περάσει, άλλοτε μεταμφιεσμένα και άλλοτε σχεδόν αυτούσια, μέσα από τα μυθιστορήματά του.
Η διαφορά βρίσκεται αλλού. Εδώ ο Roth δεν αναζητά τη μυθοπλαστική τους δυναμική. Αναζητά τον τρόπο με τον οποίο αυτά τα ίδια γεγονότα εξακολουθούν να τον κατοικούν όταν τα αντικρίζει από την απόσταση του χρόνου.
Γι’ αυτό και το βιβλίο δεν αποκτά το πραγματικό του νόημα παρά στις τελευταίες σελίδες. Όταν ολοκληρώνεται η αυτοβιογραφική αφήγηση, ο Roth παραδίδει το χειρόγραφό της στον Nathan Zuckerman, τον σημαντικότερο ίσως λογοτεχνικό του ήρωα. Η επιλογή αυτή θα μπορούσε εύκολα να εκληφθεί ως ένα ακόμη μεταμυθοπλαστικό παιχνίδι, ένα χαρακτηριστικό δείγμα της γνωστής ροθικής ειρωνείας και ιλαρότητας που χαρακτηρίζει όλο το ροθικό έργο. Στην πραγματικότητα όμως συμβαίνει κάτι πολύ πιο ουσιαστικό.
Ο Zuckerman διαβάζει το χειρόγραφο και το απορρίπτει σχεδόν στο σύνολό του. Κατηγορεί τον δημιουργό του ότι υπήρξε υπερβολικά ευγενικός απέναντι στον εαυτό του. Ότι αποσιώπησε τις πιο σκοτεινές του πλευρές. Ότι αφαίρεσε τις αντιφάσεις, τις σκληρότητες, τις υπερβολές που έκαναν τη μυθοπλασία του τόσο ζωντανή. Και, πάνω απ’ όλα, ότι προσπάθησε να επιβάλει μια τάξη εκεί όπου η ίδια η ζωή υπήρξε πολύ πιο αντιφατική. Με μια φράση που συνοψίζει όλη τη δυσπιστία του απέναντι στην αυτοβιογραφία, ο Zuckerman υπενθυμίζει ότι πίσω από κάθε αφήγηση του εαυτού υπάρχει πάντοτε μια δεύτερη αφήγηση, ένα «αντικείμενο κείμενο», λιγότερο ορατό αλλά εξίσου πραγματικό. Και σε αυτό το σημείο συμπυκνώνεται το πραγματικό επίτευγμα του βιβλίου.
Οι περισσότεροι αναγνώστες θεώρησαν ότι ο Zuckerman αποδομεί την αυτοβιογραφία του Roth. Ίσως όμως να ισχύει το ακριβώς αντίθετο, να την ολοκληρώνει.
Μέχρι εκείνη τη στιγμή ο Roth έχει αφηγηθεί τη ζωή του. Από τη στιγμή όμως που ακούγεται η φωνή του Zuckerman, αρχίζει να αφηγείται και τον τρόπο με τον οποίο αφηγήθηκε τη ζωή του. Η αυτοβιογραφία αποκτά ένα δεύτερο επίπεδο. Δεν αφορά πλέον μόνο τα γεγονότα αλλά και τις επιλογές, τις αποσιωπήσεις και τις μετατοπίσεις που κάθε αφήγηση αναπόφευκτα συνεπάγεται. Είναι σαν ο συγγραφέας να παραδέχεται ότι κανείς δεν μπορεί να ολοκληρώσει μόνος του την ιστορία της ζωής του. Ότι κάθε συγγραφέας – όπως και κάθε άνθρωπος στη ζωή του – χρειάζεται έναν αυτόματη μάρτυρα. Κάποιος άλλος πρέπει να την ξαναδιαβάσει.
Αυτός ο «άλλος» δεν είναι ένας κριτικός ούτε ένας βιογράφος. Είναι το ίδιο το λογοτεχνικό του δημιούργημα. Ο Zuckerman γίνεται ο πιο αυστηρός αναγνώστης του Roth, ακριβώς επειδή γνωρίζει καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον πώς γεννιέται η λογοτεχνική αλήθεια.
Από τη στιγμή εκείνη αλλάζει και η ανάγνωση όσων προηγήθηκαν. Ο εβραϊσμός δεν αποτελεί πλέον απλώς το πολιτισμικό πλαίσιο της παιδικής ηλικίας. Το Newark δεν είναι μόνο η γενέτειρα που επιστρέφει διαρκώς στο έργο του. Οι γονείς του δεν λειτουργούν αποκλειστικά ως πρόσωπα μιας οικογενειακής ιστορίας, ούτε οι γυναίκες της ζωής του ως διαδοχικοί σταθμοί μιας βιογραφίας. Όλα αυτά παύουν να είναι μεμονωμένα γεγονότα και αρχίζει να υφαίνεται το νήμα που τα κρατά μεταξύ τους. Ο αναγνώστης επιστρέφει νοερά στις προηγούμενες σελίδες και αντιλαμβάνεται ότι εκείνο που διαμορφώνει μια ζωή δεν είναι η απλή παράθεση των εμπειριών της αλλά οι σχέσεις που αναπτύσσονται ανάμεσά τους.
Ίσως αυτή να είναι και η πιο συγκινητική διάσταση του βιβλίου.
Ο Roth δεν επιδιώκει να μας παραδώσει τον «πραγματικό» Philip Roth. Ίσως γνωρίζει ότι κάτι τέτοιο είναι αδύνατο. Εκείνο που κατορθώνει είναι να δείξει πως η κατανόηση μιας ζωής δεν προκύπτει από την πληρότητα των πληροφοριών αλλά από την προοδευτική σύνδεσή τους σε ένα σύνολο που αποκτά νόημα μόνο εκ των υστέρων.
Γι’ αυτό και το βιβλίο δεν είναι τελικά μια απολογία ούτε μια εξομολόγηση. Είναι μια στοχαστική άσκηση πάνω στην ανασύνθεση και στην ανασυγκρότηση του εαυτού. Όχι επειδή αποκαλύπτει περισσότερα γεγονότα από όσα γνωρίζαμε, αλλά επειδή μας επιτρέπει να τα δούμε από μια διαφορετική θέαση.
Η μεγάλη επινόηση του βιβλίου δεν είναι ότι ένας συγγραφέας αποφασίζει να αφηγηθεί τη ζωή του. Είναι ότι αποφασίζει, στο τέλος, να επιτρέψει στο σημαντικότερο λογοτεχνικό του δημιούργημα να αμφισβητήσει αυτή την αφήγηση. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή η αυτοβιογραφία παύει να είναι ένας απολογισμός ζωής και μετατρέπεται σε έναν διάλογο ανάμεσα στον άνθρωπο που έζησε και στον συγγραφέα που προσπαθεί ακόμη να καταλάβει τι ακριβώς έζησε. Όσοι διάβασαν το βιβλίο και το κατέταξαν ως μια αυτοβιογραφία ίσως δεν κατάλαβαν ότι πρόκειται για κάτι πολύ πιο ουσιαστικό, για έναν εσωτερικό διάλογο με τον ίδιο τον εαυτό.
Ίσως λοιπόν η σημαντικότερη αλήθεια αυτού του βιβλίου να μην βρίσκεται σε όσα αφηγείται ο Philip Roth. Βρίσκεται στη στιγμή που αποδέχεται ότι ακόμη και η πιο προσωπική ιστορία χρειάζεται ένα δεύτερο βλέμμα για να αποκτήσει συνοχή, κατανόηση και πιστότητα. Ότι η ίδια η προσωπική ιστορία πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο προς σκέψη και αμφισβήτηση. Και τότε τα γεγονότα παύουν να είναι απλώς γεγονότα. Γίνονται το πρωτόλειο που εξακολουθεί να ερμηνεύεται όσο υπάρχει κάποιος πρόθυμος να το ξαναδιαβάσει.
Το βιβλίο ” Τα γεγονότα ” του Philip Roth κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις

