Panagiotis Mountouris

Ναρκισσιστική Διαταραχή Προσωπικότητας:Η Μάστιγα των Μέσων Ενημέρωσης

Aναπαράσταση της Ναρκισσιστικής Διαταραχής Προσωπικότητας στα Μέσα Ενημέρωσης

Η ναρκισσιστική διαταραχή προσωπικότητας (Narcissistic Personality Disorder – NPD) αποτελεί μια σύνθετη και σχετικά σπάνια κλινική διάγνωση που εντάσσεται στις διαταραχές προσωπικότητας και χαρακτηρίζεται από επίμονα μοτίβα μεγαλομανίας, αυξημένης ανάγκης για θαυμασμό και ελλιπούς ενσυναίσθησης (American Psychiatric Association, 2013). Παρά τη σαφή κλινική της οριοθέτηση, ο όρος «ναρκισσισμός» έχει μεταφερθεί στον δημόσιο και μιντιακό λόγο, όπου χρησιμοποιείται ευρέως για την ερμηνεία καθημερινών συμπεριφορών, συχνά αποκομμένων από το επιστημονικό τους πλαίσιο.

Η σύγχρονη βιβλιογραφία υπογραμμίζει ότι η κλινική κατανόηση της διαταραχής απέχει σημαντικά από τις δημόσιες αναπαραστάσεις της. Η Yakeley (2018) επισημαίνει ότι ο ναρκισσισμός συνιστά πολυδιάστατο φαινόμενο, το οποίο δεν μπορεί να αποδοθεί μέσω απλουστευτικών συμπεριφορικών περιγραφών. Παράλληλα, η διάκριση μεταξύ φυσιολογικού και παθολογικού ναρκισσισμού παραμένει θεωρητικά και κλινικά σύνθετη, καθώς τα όρια στον άξονα της αυτοεκτίμησης δεν είναι εύκολα προσδιορίσιμα (Gabbard, 2000).

Σκοπός του παρόντος δοκιμίου είναι να εξετάσει κριτικά κατά πόσο οι μιντιακές αναπαραστάσεις της NPD αντικατοπτρίζουν σε μεγάλο βαθμό την επιστημονική γνώση.

Η ναρκισσιστική διαταραχή προσωπικότητας περιγράφεται ως διαταραχή που σχετίζεται με σοβαρές δυσκολίες στη ρύθμιση της αυτοεκτίμησης και στις διαπροσωπικές σχέσεις. Εντάσσεται στην ομάδα Β του DSM-5 (Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders), χωρίς να περιλαμβάνεται στο ICD-10. Σύμφωνα με τους Pincus και Lukowitsky (2010), η φαινομενική μεγαλομανία συνδέεται με βαθιά ευαλωτότητα, αμυντικές διεργασίες και έντονη ευαισθησία στην κριτική.

Η ψυχοδυναμική προσέγγιση της ναρκισσιστικής διαταραχής προσωπικότητας, όπως αυτή εισήχθη από τον Otto Kernberg, προσφέρει μια εις βάθος κατανόηση της ψυχοπαθολογίας πίσω από τα φαινόμενα μεγαλομανίας. Σύμφωνα με τον Kernberg, ο παθολογικός ναρκισσισμός δομείται γύρω από την ανάπτυξη ενός «μεγαλειώδους εαυτού», ο οποίος λειτουργεί ως αμυντικό ανάχωμα απέναντι σε αισθήματα ανεπάρκειας, ντροπής και φόβου εγκατάλειψης. Η κλινική συμπτωματολογία περιλαμβάνει έντονη ανάγκη θαυμασμού, έλλειψη ενσυναίσθησης και τη χρήση πρωτόγονων αμυντικών μηχανισμών, όπως η σχάση, η προβολή και προβλητική ταύτιση, προκειμένου να διατηρηθεί η εύθραυστη αυτοεκτίμηση. Παράλληλα, η δυσκολία ενσωμάτωσης θετικών και αρνητικών αναπαραστάσεων του εαυτού και των άλλων οδηγεί σε ασταθείς και συγκρουσιακές σχέσεις. Η προσέγγιση αυτή παρόλο που προσεγγίζει τη ναρκισσιστική διαταραχή από μια δυναμική και αναλυτική σκοπιά και όχι από ένα βιολογικό μοντέλο όπως το DSM-5 εντούτοις συμπληρώνει τη διαγνωστική περιγραφή του και τις σύγχρονες ψυχιατρικές έρευνες, αναδεικνύοντας ότι η ναρκισσιστική διαταραχή προσωπικότητας δεν μπορεί να κατανοηθεί επαρκώς μέσα από αποσπασματικές συμπεριφορές, αλλά απαιτεί την αναγνώριση των βαθύτερων δυναμικών του εαυτού (Kernberg, 1975).

Η Yakeley (2018) επισημαίνει ότι η κλινική αξιολόγηση της ναρκισσιστικής διαταραχής προσωπικότητας απαιτεί διαχρονική παρατήρηση και κατανόηση του αναπτυξιακού και σχεσιακού πλαισίου του ατόμου. Η διάκριση μεταξύ ναρκισσιστικών χαρακτηριστικών και διαταραχής είναι κρίσιμη, καθώς στοιχεία ναρκισσισμού μπορεί να εμφανίζονται χωρίς να συνιστούν ψυχοπαθολογία. Η διάγνωση προϋποθέτει έναν σταθερό και άκαμπτο τρόπο λειτουργίας, ο οποίος οδηγεί σε δυσλειτουργία που επηρεάζει πρωτίστως το ίδιο το άτομο. Η επιστημονική προσέγγιση απορρίπτει μονοδιάστατες ερμηνείες και αναγνωρίζει την πολυπρισματική φύση της διαταραχής.

Όσον αφορά τον επιπολασμό η ναρκισσιστική διαταραχή προσωπικότητας εμφανίζεται στο γενικό πληθυσμό σε περίπου 1–2% των ενηλίκων (American Psychiatric Association, 2013). Η παραπάνω εκτίμηση βρίσκει αντανάκλαση σε επιδημιολογικές μελέτες των Dhawan et al., (2010), που επισημαίνουν ότι η NPD εμφανίζεται σε σχετικά χαμηλά ποσοστά στον γενικό πληθυσμό, περίπου στο 1%. Το ποσοστό αυτό υποδηλώνει ότι η NPD αποτελεί σχετικά σπάνια κλινική διάγνωση και έρχεται σε αντίθεση με τις αναπαραστάσεις των μέσων ενημέρωσης που αναφέρουν συχνά ότι η NPD αφορά περίπου το 6,2% των ενηλίκων, παρουσιάζοντας το ποσοστό αυτό ως ευρέως διαδεδομένο κοινωνικό φαινόμενο. Σύμφωνα με στοιχεία της American Psychiatric Association η ναρκισσιστική διαταραχή προσωπικότητας εμφανίζεται συχνότερα στον ανδρικό πληθυσμό, με περίπου το 70% των διαγνωσμένων περιπτώσεων να αφορά άνδρες. Το συγκεκριμένο εύρημα αποτελεί μία από τις ελάχιστες παραμέτρους στις οποίες παρατηρείται σύγκλιση μεταξύ της επιστημονικής βιβλιογραφίας και των μιντιακών αναπαραστάσεων της διαταραχής, καθώς τα μέσα ενημέρωσης τείνουν να αποδίδουν τον χαρακτηρισμό του «ναρκισσιστή» κυρίως σε άνδρες (American Psychiatric Association, 2013).

Στα μέσα μαζικής ενημέρωσης η NPD παρουσιάζεται συχνά με τρόπο που απομακρύνεται από την επιστημονική της εγκυρότητα. Ο όρος «ναρκισσισμός» χρησιμοποιείται εκτενώς για να περιγράψει συμπεριφορές όπως η εγωκεντρικότητα, η ανάγκη για προσοχή ή οι διαπροσωπικές συγκρούσεις, χωρίς αναφορά στα κλινικά κριτήρια που απαιτούνται για τη διάγνωση της NPD (American Psychiatric Association, 2013).

Η Yakeley (2018) επισημαίνει ότι η απλουστευμένη χρήση του όρου «ναρκισσισμός» αποδυναμώνει την κατανόηση της διαταραχής και παραβλέπει την ψυχική ευαλωτότητα που συχνά υποκρύπτεται πίσω από τη φαινομενική μεγαλομανία. Αντίστοιχα, οι Pincus & Lukowitsky (2010) τονίζουν ότι η NPD δεν μπορεί να αποδοθεί σε επιφανειακές συμπεριφορές, καθώς αφορά βαθύτερες δυσκολίες στη ρύθμιση της αυτοεκτίμησης και στις διαπροσωπικές σχέσεις. Οι αναπαραστάσεις των ΜΜΕ, επομένως, δεν αντικατοπτρίζουν επαρκώς τη θεωρητική και κλινική πολυπλοκότητα της διαταραχής.

Η παρουσία ψυχολογικού περιεχομένου στα μέσα ενημέρωσης έχει συμβάλει στη δημοφιλία του όρου «ναρκισσισμός», ενισχύοντας ωστόσο φαινόμενα αυτοδιάγνωσης. Η NPD παρουσιάζεται συχνά μέσα από σύντομα βίντεο ή λίστες «σημαδιών», οι οποίες υπόσχονται την άμεση αναγνώριση ενός «ναρκισσιστή». Αυτή η πρακτική έρχεται σε αντίθεση με την επιστημονική θέση ότι οι διαταραχές προσωπικότητας απαιτούν διαχρονική και πολυεπίπεδη κλινική αξιολόγηση (Yakeley, 2018).

Οι Pincus & Lukowitsky (2010) υπογραμμίζουν ότι η ναρκισσιστική παθολογία δεν μπορεί να κατανοηθεί αποκομμένη από τις εσωτερικές διεργασίες του ατόμου και το σχεσιακό του πλαίσιο. Παρά ταύτα, στα μέσα ενημέρωσης η έμφαση μετατοπίζεται αποκλειστικά στη συμπεριφορά, αποσυνδέοντας τη NPD από τη συναισθηματική δυσφορία και τη λειτουργική έκπτωση που τη χαρακτηρίζουν. Η διαταραχή παρουσιάζεται κυρίως ως πρόβλημα των «άλλων», γεγονός που ενισχύει τον στιγματισμό.

Πρόσφατη έρευνα που βασίζεται σε ανάλυση μεγάλου όγκου δεδομένων από το Twitter καταδεικνύει ότι ο όρος «ναρκισσιστής» χρησιμοποιείται κυρίως ως κοινωνική ετικέτα (βρισιά), ως απαξίωση αποσυνδέοντας τον την ίδια στιγμή από την κλινική του έννοια. Η μελέτη της Vorhauer (2019) δείχνει ότι ο όρος εμφανίζεται συχνά ως καταγγελία, για ερμηνεία διαπροσωπικών συγκρούσεων χωρίς καμία αναφορά σε διαγνωστικά κριτήρια. Τα ευρήματα αυτά υποστηρίζουν την άποψη ότι στα μέσα ενημέρωσης ο «ναρκισσισμός» εξαφανίζεται ως κλινική έννοια και αντικαθίσταται από λαϊκή ψυχολογία.

Η αντιπαραβολή της επιστημονικής θεωρίας με τις αναπαραστάσεις της NPD στα ΜΜΕ αναδεικνύει μια σημαντική διαφοροποίηση. Η επιστημονική βιβλιογραφία περιγράφει τη ναρκισσιστική διαταραχή ως σύνθετο και πολυπαραγοντικό φαινόμενο, το οποίο απαιτεί σαφή διαγνωστικά κριτήρια και εκτενή αξιολόγηση (Pincus & Lukowitsky, 2010; Yakeley, 2018). Αντιθέτως, τα ΜΜΕ συχνά υιοθετούν μια συμπεριφορική και ηθικολογική προσέγγιση.

Η αντιπαραβολή επιστημονικής έρευνας και δημόσιου λόγου καταδεικνύει ότι οι αναπαραστάσεις των ΜΜΕ δεν αντικατοπτρίζουν με ακρίβεια την ψυχολογική επιστήμη. Αντί να προωθούν την ψυχική υγεία, συχνά συμβάλλουν στη διαμόρφωση απλουστευμένων και στιγματιστικών αφηγήσεων γύρω από τη ναρκισσιστική διαταραχή προσωπικότητας. Η θέση αυτή τεκμηριώνεται εμπειρικά από τη μελέτη των Bowen et al. (2016), οι οποίοι, μέσα από ανάλυση περιεχομένου του βρετανικού Τύπου σε θέματα που αφορούν τις διαταραχές προσωπικότητας, διαπιστώνουν ότι τα άτομα παρουσιάζονται συστηματικά μέσω αρνητικών και υπεραπλουστευμένων αφηγημάτων. Οι αναπαραστάσεις αυτές τείνουν να συνδέουν τις διαταραχές προσωπικότητας με χαρακτηριστικά όπως η επικινδυνότητα, η χειριστικότητα και η κοινωνική δυσλειτουργία, παραβλέποντας διαγνωστικά κριτήρια και πρωτόκολλα.

Η αναπαράσταση της NPD στα ΜΜΕ έχει ουσιαστικές συνέπειες για τη δημόσια κατανόηση της ψυχικής υγείας. Η υπεραπλουστευμένη χρήση του όρου «ναρκισσισμός» συμβάλλει στη στοχοποίηση καθημερινών συμπεριφορών και ενισχύει τον στιγματισμό των ατόμων με διαταραχές προσωπικότητας. Η έρευνα των Finch & Mellen (2025), έρχεται να υποστηρίξει τη παραπάνω θέση δείχνοντας ότι η ναρκισσιστική διαταραχή προσωπικότητας θεωρείται έντονα στιγματισμένη, με το στίγμα να λειτουργεί ως σημαντικό εμπόδιο στη διάγνωση και θεραπεία της διαταραχής. Αυτό που έχει ιδιαίτερη σημασία να τονιστεί στην έρευνα των Finch &  Mellen  είναι ότι η NPD είναι έντονα στιγματισμένη όχι μόνο στο γενικό κοινό, αλλά και μέσα στο ίδιο το σύστημα υγειονομικής περίθαλψης. Η ποιοτική μελέτη υποδεικνύει ότι  επαγγελματίες ψυχικής υγείας αναγνωρίζουν διακρίσεις και στερεοτυπικές αντιδράσεις προς άτομα με NPD.

Παράλληλα, η διάδοση λιστών «συμπτωμάτων» ενθαρρύνει την αυτοδιάγνωση, πρακτική που έρχεται σε σαφή αντίθεση με την κλινική προσέγγιση που προτείνουν οι Pincus & Lukowitsky (2010), σύμφωνα με την οποία η ναρκισσιστική διαταραχή προσωπικότητας αφορά κυρίως μια παθολογική και διαχρονική δυσλειτουργία της ρύθμισης της αυτοεκτίμησης και όχι την παρουσία αποσπασματικών χαρακτηριστικών. Οι Pincus & Lukowitsky απορρίπτουν ρητά τη διάγνωση βάσει μεμονωμένων και αποσπασματικών συμπεριφορών, τις λίστες “συμπτωμάτων” και την καθημερινή χρήση του όρου «ναρκισσιστής». Αντίθετα, προτείνουν ότι η κλινική κατανόηση της NPD πρέπει να βασίζεται στην παθολογική ρύθμιση της αυτοεκτίμησης, στη δυναμική εναλλαγή μεγαλομανίας και ευαλωτότητας, στη διαχρονική αξιολόγηση καθώς η διάγνωση απαιτεί σταθερότητα στον χρόνο και αξιολόγηση σε διαφορετικά πλαίσια του ατόμου και τέλος σαφή διάκριση μεταξύ ναρκισσιστικών χαρακτηριστικών και  της ναρκισσιστικής διαταραχής προσωπικότητας.

Ο κίνδυνος της αυτοδιάγνωσης υποστηρίζεται και από τη μελέτη των Armstrong et al. (2025), μελέτη η οποία έδειξε ότι η συνεχής έκθεση σε υπεραπλουστευμένες και εκλαϊκευμένες λίστες «συμπτωμάτων», οδήγησε πολλούς χρήστες στο να αποδώσουν στους εαυτούς τους ψυχιατρικές διαγνώσεις χωρίς το ανάλογο επαγγελματικό υπόβαθρο.

Οι Freestone et al. (2020) υποστηρίζουν ότι η αποσύνδεση του ναρκισσισμού από το κλινικό του πλαίσιο και η χρήση του ως ηθικού χαρακτηρισμού στον δημόσιο λόγο οδηγεί σε εννοιολογικές στρεβλώσεις, ενισχύει τον στιγματισμό και θολώνει τη διάκριση μεταξύ χαρακτηριστικών προσωπικότητας και ψυχοπαθολογίας.

Τα παραπάνω ευρήματα καθιστούν αναγκαία μια συνολική αποτίμηση της απόστασης μεταξύ επιστημονικής γνώσης και δημόσιου λόγου. Το δοκίμιο ανέδειξε τη σημαντική απόκλιση μεταξύ του επιστημονικού λόγου για τη ναρκισσιστική διαταραχή προσωπικότητας και του τρόπου με τον οποίο αυτή αναπαρίσταται στα μέσα ενημέρωσης. Η σύνθεση των ευρημάτων καταδεικνύει ότι η NPD αποτελεί μια σύνθετη και σχετικά σπάνια κλινική διάγνωση, η οποία συνδέεται με βαθιά δυσλειτουργία στη ρύθμιση της αυτοεκτίμησης, στη συγκρότηση του εαυτού και στα διαπροσωπικά μοτίβα. Θεωρητικές και κλινικές προσεγγίσεις συγκλίνουν στο ότι η διαταραχή δεν μπορεί να κατανοηθεί επαρκώς μέσα από μεμονωμένα χαρακτηριστικά ή επιφανειακές συμπεριφορές.

Ωστόσο, στον δημόσιο λόγο τα μέσα μαζικής ενημέρωσης τείνουν να απογυμνώνουν τη διαταραχή από την κλινική της υπόσταση, μετατρέποντάς την σε ηθικολογικό εργαλείο κοινωνικής αξιολόγησης. Οι υπεραπλουστευμένες αφηγήσεις ενισχύουν τη σύγχυση μεταξύ ναρκισσιστικών χαρακτηριστικών και ψυχοπαθολογίας, συμβάλλοντας στον στιγματισμό και στην αυτοδιάγνωση. Παρά τη θεωρητική πρόοδο, παραμένουν ασαφή ζητήματα ως προς τη διάκριση μεταξύ υγιούς και παθολογικού ναρκισσισμού σε ένα σύγχρονο πολιτισμικό πλαίσιο που προάγει την αυτοπροβολή. Μελλοντική έρευνα θα μπορούσε να εστιάσει στην αποσαφήνιση αυτών των ορίων.

Βιβλιογραφικές Αναφορές:

American Psychiatric Association. (2013). Diagnostic and statistical manual of mental disorders (5th ed.). Author.

Armstrong, S., Brown, T., & Williams, J. (2025). Self-diagnosis in the age of social media: A pilot study.

Bowen, M. L., McDonald, K., & Crisp, A. (2016). Stigma: Content analysis of the representation of people with personality disorder in the UK popular press (2001–2012). Journal of Mental Health, 25(3), 246–252. https://doi.org/10.3109/09638237.2015.1101419

Dhawan, N., Kunik, M. E., Oldham, J., & Coverdale, J. (2010). Prevalence and treatment of narcissistic personality disorder in the community: A systematic review. Comprehensive Psychiatry, 51(4), 333–339. https://doi.org/10.1016/j.comppsych.2009.07.002

Finch, E. F., & Mellen, E. J. (2025). “Labeled, criticized, looked down on”: Characterizing the stigma of narcissistic personality disorder. Personality and Mental Health, 19(2), e70015. https://doi.org/10.1002/pmh.70015

Freestone, M., Di Simplicio, M., & Smith, P. (2020). On the uses and abuses of narcissism as a public health issue. BJPsych Bulletin, 44(6), 255–257. https://doi.org/10.1192/bjb.2020.56

Gabbard, G. O. (2000). Psychodynamic psychiatry in clinical practice (3rd ed.). American Psychiatric Press.

Kernberg, O. F. (1975). Borderline conditions and pathological narcissism. Jason Aronson.

Pincus, A. L., & Lukowitsky, M. R. (2010). Pathological narcissism and narcissistic personality disorder. Annual Review of Clinical Psychology, 6, 421–446. https://doi.org/10.1146/annurev.clinpsy.121208.131215

Vorhauer, A. (2019). Investigating the use of the term “narcissist” on Twitter: A text mining approach (Master’s thesis).

Yakeley, J. (2018). Current understanding of narcissism and narcissistic personality disorder. BJPsych Advances, 24(1), 56–64. https://doi.org/10.1192/bja.2017.13