Panagiotis Mountouris

Μια προαναγγελθείσα ψυχική κατάρρευση

Στο έργο του ψυχαναλυτή Donald Winnicott, και ειδικότερα στη σκέψη του γύρω από την ψυχική κατάρρευση, διατυπώνεται μια παραδοξότητα που ανατρέπει τη συνήθη χρονολογία του τραύματος: η κατάρρευση, μας λέει, δεν ανήκει στο παρόν της εμπειρίας, έχει ήδη συντελεστεί πολύ νωρίτερα. Αυτό που βιώνεται εκ των υστέρων ως «πτώση» είναι, στην πραγματικότητα, η επιστροφή μιας αρχαϊκής αποδιοργάνωσης, μιας εμπειρίας που δεν μπόρεσε ποτέ να βιωθεί στον χρόνο της. Το υποκείμενο δεν καταρρέει τώρα αλλά συναντά, καθυστερημένα, κάτι που προϋπήρξε ως ψυχική απουσία.

Με αυτή την έννοια, η Κατάρρευση του Édouard Louis μπορεί να διαβαστεί όχι ως αφήγηση ενός τέλους, αλλά ως χρονικό μιας ήδη συντελεσμένης απώλειας. Ο βιολογικός θάνατος του αδελφού δεν λειτουργεί ως δραματική κορύφωση, έρχεται μάλλον να επισφραγίσει μια πορεία που είχε ξεκινήσει πολύ νωρίτερα, στο επίπεδο της ψυχικής, οικογενειακής, κοινωνικής και πολιτικής εμπειρίας. Το βιβλίο δεν καταγράφει τη στιγμή της κατάρρευσης, εξιστορεί τη διάρκειά της.

Ο αδελφός του Λουί μοιάζει να ζει μέσα σε ένα περιβάλλον όπου η κατάρρευση έχει εγκατασταθεί ως κανονικότητα. Η φτώχεια, η έλλειψη αναγνώρισης και αποδοχής, η καθημερινή βία, η αδυναμία να φανταστεί κανείς ένα μέλλον δεν εμφανίζονται ως εξωτερικά πλήγματα, αλλά ως πρώιμες συνθήκες ύπαρξης. Πρόκειται για μια ζωή που δεν στηρίχθηκε ποτέ επαρκώς, για ένα υποκείμενο που δεν είχε την πολυτέλεια να «σπάσει», γιατί δεν συγκροτήθηκε ποτέ πλήρως. Η κατάρρευση, εδώ, δεν είναι ένα γεγονός αλλά δομή.

Αυτό ακριβώς φωτίζει και η συγγραφική στάση του Λουί. Η αφήγηση δεν αναζητά αιφνίδιες αιτιότητες ούτε ψυχολογικά κλειδιά. Αντίθετα, κινείται μεθοδικά μέσα στον χρόνο, παρακολουθώντας τη σταδιακή εξάντληση των δυνατοτήτων. Ο αδελφός δεν αυτοκαταστρέφεται αλλά φθείρεται. Και αυτή η φθορά δεν είναι ατομική παθολογία, αλλά αποτέλεσμα μιας οικογενειακής, κοινωνικής και πολιτικής οργάνωσης που παράγει ζωές εκ προοιμίου ευάλωτες, ζωές χωρίς επαρκή ψυχικό περίβλημα.

Η ψυχαναλυτική σκέψη του Winnicott μας επιτρέπει να δούμε ότι αυτό που ονομάζουμε «κατάθλιψη», «εθισμό» ή «παραίτηση» στο παρόν, είναι συχνά η καθυστερημένη εμφάνιση μιας αρχαϊκής αποτυχίας του περιβάλλοντος να κρατήσει το υποκείμενο. Στην Κατάρρευση, το περιβάλλον —οικογενειακό, κοινωνικό, ταξικό— αποτυγχάνει συστηματικά. Δεν προσφέρει ούτε συμβολικούς πόρους ούτε χρόνο. Έτσι, η ζωή του αδελφού εξελίσσεται ως διαρκής επιβίωση, όχι ως ανάπτυξη.

Το ιδιαίτερο βάρος του βιβλίου προκύπτει από τη θέση του αφηγητή. Ο Λουί είναι εκείνος που διέφυγε μέσω της γλώσσας, της σκέψης, των βιβλίων. Η γραφή του, ωστόσο, δεν λειτουργεί ως δικαίωση αυτής της διαφυγής. Αντίθετα, την καθιστά προβληματική. Η απόσταση ανάμεσα στα δύο αδέλφια δεν είναι μόνο κοινωνική· είναι ψυχική και ηθική. Ο ένας μπόρεσε να μετουσιώσει το ίδιο βίωμα ενώ ο άλλος έμεινε καθηλωμένος στο επίπεδο του βιώματος που δεν μεταφράζεται, δεν συμβολοποιείται, δεν εντάσσεται στην ψυχική ιστορία.  Η κατάρρευση του ενός φωτίζει, εκ των υστέρων, την ευθραυστότητα της σωτηρίας του άλλου.

Έτσι, η Κατάρρευση δεν είναι ένα βιβλίο πένθους με την κλασική έννοια. Είναι ένα βιβλίο για το πένθος που δεν μπορεί να ολοκληρωθεί, γιατί το αντικείμενό του δεν υπήρξε ποτέ πλήρως παρόν. Ο αδελφός πεθαίνει, αλλά η απώλεια είχε ήδη εγγραφεί πολύ νωρίτερα, ως αδυναμία ζωής. Η γραφή έρχεται όχι για να θεραπεύσει, αλλά για να καταγράψει — με ακρίβεια και χωρίς παρηγοριά — τη διάρκεια αυτής της προαναγγελθείσας ψυχικής κατάρρευσης.

Σε αυτό ακριβώς το σημείο, το βιβλίο του Λουί αποκτά τη μεγαλύτερη του δύναμη: μας υποχρεώνει να σκεφτούμε την κατάρρευση όχι ως εξαίρεση, αλλά ως κοινωνικά παραγόμενη κανονικότητα· όχι ως στιγμή, αλλά ως ιστορία. Και μας καλεί να αναρωτηθούμε πόσες ζωές γύρω μας δεν «καταρρέουν», απλώς συνεχίζουν να ζουν μέσα σε μια κατάρρευση που έχει ήδη συμβεί.

Το βιβλίο ”Κατάρρευση” του Edouard Louis  κυκλοφορεί απο τις εκδόσεις Αντίποδες